Top Definition
To be in a stroppy or general bad mood.
going into a corner and sulking .Is said to be in a streg
από Chris Nelligan 30 Δεκέμβριος 2007
Noun: A person who is always in a bad mood
Example from "The Sopranos" S02E01 - Tony to his sister Janice about their mother
"She's a streg, she's the devil."
από punchlines 22 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×