To be violated in the posterior; to have one's posterior fouled by any means from the outside
Ive been stromboed by my math teacher, and he's a guy.
από vincent velasco 23 Σεπτέμβριος 2003

5 Words Related to Strombo

mountain, volcano, Italy, Sicily, Stromboli
Strombo is a diminutive for "Stromboli" the second-most active volcano in the world on an island which lies between Naples and Sicily, home of Europe's most active volcano, Mount Etna.
από Deedy 13 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×