Top Definition
A cool guy.

Wearer of shirts.

Has a girth.
Wow, look at Stuchy today! Nice shirt, but no jesus tie.
από Chris 15 Μάρτιος 2005
1 more definition
4 Words related to Stuchy
A term used to describe theiving of work and not handing it back.

Damn, that teacher sure is a Stuchy!
από Chris 13 Νοέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×