Top Definition
To become eroused, or as Sir Mix A Lot would say: get sprunged.

When Adrian became a penguin, Tony studited.

When Rani was left without a home, Tony studited him through out the night.

Tony is a struditer.
από chick flicks 8 Σεπτέμβριος 2008
7 Words related to Studited

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×