Top Definition
Also spelled sucki, sucki sucki, or even sucky, is the act of a male recieving or person giving oral sex.

* Commonly linked to Asian humor
* Used in a line from the movie Full Metal Jacket
I LOVE gettin' Suckie!!!!
από J. S. Alexander 19 Ιανουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.