Top Definition
1) To successfully get high off of marijuana seeds.
2) To smoke only the seeds off a bong hit.
"Dude, i sucseeded on seeds last night"

"In that hit you only lit up the seed dude, you just sucseeded"
από DieW73 28 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×