Top Definition
(Verb) or "Sugarhousin'"

Philadelphia-born slang meaning the dangerous gamble of passing gas, when one is unsure if poop is involved. Gambling on a fart. Also known as "sharting."
I was sugarhousing all day at work.
από Baby Santa 13 Μάρτιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×