Top Definition
Having a large quanitity of.
I have a sumly account off-shores.
#large #huge #big #small #little
από Casey Griffin 19 Ιανουάριος 2006
5 Words related to Sumly
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×