Top Definition
To sustain an injury in the game of suppockey. If an injury occurs during the game, you have been suppocked.
We were playing suppockey last night and Trevor got suppocked so hard, I feel sorry for him.
από DL03 7 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.