Top Definition
The act of attaining gas from one's own bowels, cupping it in one's hand, and putting said hand over another's face.
"Man, I gave my brother a Swedish Grenade yesterday. He almost puked."
#sweadish gernade #sweedish gernade #sweedish grenade #swedish #grenade #fart #dutch oven
από Andrew Moffat 21 Ιανουάριος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×