Top Definition
The act of a swedish person eating a cheeseburger while highly inebriated and hurling incomprehensible swear words in random directions.
"Dude, you remember last night, ricke went all Sweeseburger after the club."
από XeroThirteen 4 Ιούνιος 2009
5 Words related to Sweeseburger

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×