Top Definition
Two people (male, or female) taking turns giving oral sex to another person at the same time.
1. shes a whore she switch es off.
2. Dude did you hear? Janet and Annie switch-ed off on me last night... it was a great experience.
3. would you ever switch off with her?
#oral #sex #head #multiple partners #fore play #switch of #switching off.
από Yolayolayola 23 Ιανουάριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×