Top Definition
Adj. "Trifling." Trivial. Of little consequence. Ineffectual.
That woman is so TWESTLEY that she immerses herself in the activities of all of her employees and coworkers.
από Carmen San Diego 31 Μάιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.