Top Definition
The unpleasant order that can saturate fabric adjacent to a man’s taint, or grundel, after prolonged periods without access to dry-cleaning.
"Taint-a-nice-smell" on my Ludlow suit pants after two weeks at the climate meeting.
από Ligua Frank-a 15 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×