Top Definition
Anyone of Middle East descent who has a family member who profits from the oil industry.
(1) Damn these Tarsauds just raised the price per barrel of oil again.

(2) This Tarsaud just challenged me to a drag race with his shiny new BMW!
από ChaoticLunatic 25 Απρίλιος 2008
5 Words related to Tarsauds

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.