Top Definition
A very, very fat or obese female.
The Tator Hog asked me thirds at dinner last night.
από weed mike 24 Οκτώβριος 2009
1 more definition
5 Words related to Tator Hog
a grossly obese girl closely resembling a hog fatted up in the fall for slaughter
I met this tatorhog at the local lunch buffet...her pussy smelled like bacon...
από Mark Clutter 26 Νοέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×