Sugar coating masturbation. A strong inclination, resulting in masturbating, due to a surge of hormones erupting in ones body.
1. I need to tend.
2. I'm tending at the moment.
3. I have to tend to my needs.
4. I'm going to tend with my baby.
από Helen Storm 7 Νοέμβριος 2009
Keeping the hair of the pubic region in check. Also known as tending (to) the crops/garden.
Tonight? As long as you've been tending, baby.
από SplodgeOMatic 26 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×