Top Definition
The Awkward Seat (n.)-

1. The seat in between parties in a crowded movie theater. It is usually left vacant in order to avoid any awkward tension between two strangers.
I moved to the middle as far as I could without occupying the awkward seat next to that scary fat chick and her bitchy looking friends.
από Jay Danger 7 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.