Top Definition
it is the art of applying wax to the hair of the arm pits of someone (subject can be asleep, or awake), and ripping it off while sticking a lit cigarette up the nose.
" Gary got the spasticated monkey again last night, he was a right tool".
από Bobmonkhouse1000 18 Μάιος 2009
5 Words related to The spasticated monkey

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×