Top Definition
To fill a toilet with paper so as to avoid noise and/ or unsanitary splashing.
Shy One: I was so uncomfortable. His mum was walking around right out side the door; so I thirroulled the toilet, and then coughed at the same time.
από Dr Winterbourne 16 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Thirroul

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.