Top Definition
The act of using force and leverage during oral sex in order to produce gagging, watering eyes, gasps for breaths of air and the occasional vomiting.
During last night's throapee session with Jennifer, her eyes teared up so bad that her make up ran and she ruined my new sheets.
από proxy1212 1 Ιούνιος 2007
5 Words related to Throapee

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.