Top Definition
the act of having sex with the hole in ones neck caused from smoking too much and getting throat cancer
I was throasting that old hag from the cancer center.
από Tim Hernandez 12 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to Throasting

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.