Verb: To punch and/or elbow soemone in the throat as a means of getting something
I would have throat checked an old lady on her way to church to get a phone call from my husband in boot camp.
από Kyrieeleison88 14 Ιούλιος 2012
when a chick gives a dude a blow job
Even though the windows were fogged, you could tell the chick was giving that dude a throat check.
από Andrew Irvine 10 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×