Top Definition
(verb) - A term used to describe the action of dangling one's testicle into the throat of a willing recipient while the other man-grape stretches across the chin and onto the opposing side, completing the hideous circle.
Dude, smell that guy's breath. Do you think he was throat bagging last night???

Lucy looks like she could take a good throat bag.
από GoatBagger 24 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×