1.) A female that looks like she would give some great head, specifically regarding deep-throat.

2.) A female in which one considers pursuing the act of intense oral.
Dude, that girl is fine... she looks throatable

Yes, I agree... I would enjoy some deep-throat from that throatable hoe to the extent of my dick reaching her stomach.
από RobJeff 7 Απρίλιος 2008

6 Words Related to Throatable

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×