Top Definition
The act of using the uvula to penetrate the males urethra. (Oral Sex)
When my friend Crazylegs became intoxicated due to large quantities of alcohol, he offered us each a throatal.
από Baby Bottle Blaps 25 Αύγουστος 2008
6 Words related to Throatal

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×