Top Definition
A tickleworm is an elongated soft-bodied invertebrate animal (phylum Annelida). Tickle worms live in a wide variety of habitats other than soil, chiefly the armpits of individuals responsible for poppywiffle.
"What's that coming over the hill, is it a tickleworm?"
από Steven Seagal Ate My Bagel 7 Δεκέμβριος 2006
6 Words related to Tickleworm

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×