Top Definition
ti-ki-li'-cious' (adj.): 1.the experience of almost having an itch scratched, but only being tickled. 2.nearly gaining a satisfying victory, but finding yourself ultimately toyed with.
That Brandon Jacobs touchdown was tikilicious.
από Assquake 12 Νοέμβριος 2006
8 Words related to Tikilicious

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×