Top Definition
To be frying on acid and get hurt.
Shawn tilewalled his leg last week.
από G.Bear 5 Ιούνιος 2006
1 more definition
4 Words related to Tilewalled
To be frying on acid and get hurt.
Shawn tilewalled his leg last week.
από G.Bear 5 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×