Top Definition
To be amazing, and skilled. Sometimes used as beautiful or Original.
1: The guy was tillating at Skateboarding. (skilled/amazing)

2: The girl was very tillating. (beautiful)
από Psuedonym Crafter 12 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.