Top Definition
Verb. One who runs by a well endowed women and grabs her chest before she knows what's what.
Hey Did u hear Rorrie got a Tit Burglar degree when he totally got Lauren yesterday
από Sash Marler 14 Φεβρουάριος 2006
one who favors thieving tits.
Oh man, that dude is such a titburglar.
OR in past tense
Sally got he tits burgled!
από ladybug23 5 Νοέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×