verb

1) To beat, maim or otherwise fuck up one's partner, friend or previously supposed loved one - usually involving several kicks to the spine.

2) To lose one's job at TVNZ
To Veitch: You don't shut up, I'll Veitch the crap out of you.

Man, I tried apologising on national television, but I got Veitched anyway.
από aftm 24 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×