Top Definition
To idle; To stay quiet; To actively keep out of conversation. (See idling.)

Originates from the IRC game Idlerpg in which player's sole task is to idle as much as possible.
<MeBeHere> sorry for the delay on putting the on my bots... i was busy with idlerpg...
από MeBeHere 26 Απρίλιος 2004
2 Words related to To be busy with Idlerpg

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.