Top Definition
at once; with no delay;immediately
"(...) Three weeks of non-stopt rain!... I'd better find shelter before too long... It doesn´t look like i'll make it to the outpost tonight..."(Cerebus 5, by Dave Sim)
από Rita Maria Felix da Silva 20 Δεκέμβριος 2008
Having more than the average or usual quantity, extent, or duration.
I apologize for being late, my meeting took way too long.
από Supercar33 8 Αύγουστος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×