Top Definition
Fat Tool. Acts like a Tool religeously.
Bushey is "Tooligeous", he whitied in my car after 2 shots.
από ND, BP, SU 3 Φεβρουάριος 2008
4 Words related to Tooligeous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×