Top Definition
1.
n. A cum bucket
2.
adj. A complete wanker
1. He bent me over, lowered his pants and used me for a toss pocket for over an hour. (Tony Blair commenting upon his last meeting with George Bush)

2. Tony Blair
από Simon 18 Μάρτιος 2004
5 Words related to Toss pocket

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×