Top Definition
Touwe: toe adj.
1. A state of being.
2. being of or of a nature of touweness.
3. Touwe to a degree only decided upon by one
Oh my god, look at her she is so Touwe
από duffman1658 8 Οκτώβριος 2005
5 Words related to Touwe

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×