Top Definition
Tov
means "good" (hebrew language)
"layla tov" means good night.
από assviolatorr 3 Σεπτέμβριος 2011
Tov
Jamaican slang for the swear word 'cunt'.
Can be also used as another word for 'clit' or 'clitoris'.
Example 1
Man: "Oi love! Show us your tov!"

Example 2
Woman: "My tov is moist"
από Yanawashee 18 Απρίλιος 2009
A word created by the YouTuber Tovs, meaning someone who has a funny and stupid but creepy personality.
"Yeah, he's such a Tovs!"
από RemeberAnimeGamer 28 Μάιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×