Unusual difficulty experienced when attempting to say a word that seems remarkably simple.
"Oh man, I found that guy's name so triet."
από ClassicCheeseNip 29 Σεπτέμβριος 2003
(noun)- an endless sarcastic laugh, a loud shrewd smirk, a boisterous sharp chord, a shrilly feminine pitch.
After experiencing a hoarse stream of snorts, One friend in a movie theatre says to another, "fuck, did you hear the triet?"
από Oriental Interpretation Service 6 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×