Top Definition
Pronounced: tri⋅ple {trip-uhl} -pled nip⋅ple {nip-uhl}

-verb
1. The often attempted but rarely successful act of combining the mass, "girth", of three males penises in one anus (male or female) at the same time.
"So do you poop funny after that Tripled Nipple?"
από Mr. Dill Doe 19 Ιανουάριος 2010
6 Words related to Tripled Nipple

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×