Top Definition
Verb - To perform oral sex on a woman. Named after the manner, motion, and sounds a pig uses when hunting for truffles in the woods.
Jeremy was so committed that Fridays were set aside to truffle muffle Cynthia.
από sensitive penguin 20 Ιανουάριος 2014
5 Words related to Truffle Muffle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×