Top Definition
1. n. The act of changing a false statement into a true statement through the use of outside sources.
My lie has been justified by means of truthification.
από Aaron M Sinwell 23 Σεπτέμβριος 2007
6 Words related to Truthification

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.