The act of licking someone's taint and/or butthole.
She asked nicely so I gave her a tungle.
από Peter meniscus 15 Νοέμβριος 2010
To tangle tongues, kiss, or make out.
"That chicks hot! Maybe if I'm lucky we'll tungle tonight"
από crackerjack4 4 Φεβρουάριος 2012
curly ass pube hair that has grown to the point where it is defiant and unmanageable
Damn! I haven’t seen a freaking tungle like that since the 70s!
από Dylan1901 15 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×