Top Definition
To clinch ones butt checks; the act of clinching ones butt checks.
1. I had to tweem until we reached a gas station.
2. The horror movie scared me so bad I tweemed up.
3. I have to go so bad I'm tweeming.
από Wotko 21 Δεκέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×