Top Definition
An affliction of the tweeterholic, whereby excessive, uncontrollable spasms of tweeting occur, followed by general ennui.
Whoa, dude, Bill just had horrific attack of Tweetarhea. He nearly filled up my iPhone!
από Whyte Noiyse 6 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×