Noun. The practice of divination through dancing in which the dancer, usually a woman, shakes her hips in an up-and-down bouncing motion, causing the dancer's buttocks to shake, "wobble" and "jiggle". A portmanteau of the African American Vernacular English word "twerk" and the Greek, "-manteia" meaning "to prophesy".
Person 1: I can see my future in her shaking buns.
Person 2: Did you just perform an act of twerkomancy?
από AlfaSaint 18 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×