transitive verb
: to send a text message from one cell phone to another while also sending a tweet to the same person.
intransitive verb
: to communicate by text messaging and tweeting simultaneously.
Henry and I had a long series of twexts. I decided to call him.
από Atlanta MDB 24 Ιούνιος 2009
Sexting on twitter
While Mike was doing it with Angela, he twext his good time on twitter
από Travis0205 8 Ιούνιος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×