Top Definition
To be rolling something. (joint, cig, spliff, blunt, etc.)
" A bunch of kids and I were in my friend's car

and we baked it out then I was twirking a spliff in shotgun"
από Boomerkang 31 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×