Noun, Plural: Twixers.
Definition: A Twenty Six Ounce bottle of liquor, derived from the combination of Twenty (Tw), and Sixer (ixer). Commonly used in party situations
Yo man this party is gonna be ill tonight! I know eh, we should definetly pick up a couple twixers of Bacardi 151.
από MandelaC 23 Δεκέμβριος 2005
A 26oz bottle of alcohol
Yo dogg lets go grab a twixer of CC
από Snoop 20 Ιούλιος 2002

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×