Top Definition
The act of being in the way of someone or something, while doing something of nonsense.verb
"stop twurdling(the act of twurdle),you are in my way!"
#twurdle #twurdling #to #twurdled #cool #words
από Softglass 27 Απρίλιος 2009
5 Words related to Twurdle
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×